Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ασκητεία < ασκητεύω < ασκητής

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ασκητεία θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία