Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποσυμπιέζω < απο- + συμπιέζω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική décomprimer)

  ΡήμαΕπεξεργασία

αποσυμπιέζω (παθητική φωνή: αποσυμπιέζομαι)

  1. μειώνω σταδιακά την υψηλή ατμοσφαιρική πίεση
  2. (τεχνολογία) αφαιρώ τη συμπίεση που είχα επιφέρει σε κάποια αρχεία υπολογιστή και τα επαναφέρω στην αρχικής τους μορφή

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία