Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η συμπίεση οι συμπιέσεις
      γενική της συμπίεσης* των συμπιέσεων
    αιτιατική τη συμπίεση τις συμπιέσεις
     κλητική συμπίεση συμπιέσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, συμπιέσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συμπίεση < αρχαία ελληνική συμπίεσις < συμπιέζω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συμπίεση θηλυκό

  1. η ενέργεια του συμπιέζω
  2. (φυσική): η ενέργεια που προκαλεί τη μείωση του όγκου ενός σώματος είτε μηχανικά, είτε ηλεκτρομαγνητικά
  3. (μηχανολογία): η οποιαδήποτε αύξηση πίεσης, όπου στη μηχανή εσωτερικής καύσης αποτελεί το δεύτερο στάδιο - χρόνο, μετά την αναρρόφηση και πριν την καύση του καυσίμου.
  4. (οικονομία): ο περιορισμός, η ελάττωση οικονομικού μεγέθους, π.χ. εξόδων, ελλειμμάτων κ.λπ.
  5. (πληροφορική) περιορισμός του όγκου ενός αρχείου δεδομένων
    ※  Η συμπίεση δεδομένων είναι η διαδικασία μείωσης του όγκου αρχείων διαφόρων ειδών, μέχρι και 99% από το αρχικό τους μέγεθος. Στόχος της συμπίεσης είναι η ταχύτερη μεταφορά μέσω δικτύων και η εξοικονόμηση αποθηκευτικού χώρου. [1]

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Συμπίεση Δεδομένων: Τι Είναι και Πώς Λειτουργεί, από pcsteps.gr. Δημοσίευση 2016-06-17. Προσπέλαση 2020-07-10.