Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βαραίνω < μεσαιωνική ελληνική βαραίνω < αρχαία ελληνική βαρύνω < βαρύς

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /va.ˈɾε.nɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

βαραίνω

  1. βάζω βάρος πάνω σε κάτι ή κάποιον
  2. (μεταφορικά) στενοχωρώ, κουράζω
    ※  Οι σκέψεις αυτές βάρυναν ακόμα πιο πολύ την καρδιά. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)
  3. έχω σχέση, καταλογίζω, επιρρίπτω μερίδιο ευθύνης
    ※  Η ευθύνη βέβαια δεν βαραίνει μόνο τους πολιτικούς προϊστάμενούς μας. Ανάλογη ευθύνη βαραίνει και όλους εμάς που ασχολούμαστε με τον τουρισμό καθώς επί σειράν ετών αποτύχαμε να πείσουμε την πολιτεία για τη σημασία και τη συνεισφορά του τομέα στην εθνική οικονομία. (*)
  4. (μεταφορικά) παίζω σημαντικό ρόλο, σημαίνω πολλά
  5. γίνομαιαισθάνομαι / νιώθω) πιο βαρύς
  6. (μεταφορικά) κουράζομαι, δυσφορώ

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία