Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τέτανος τέτανοι
γενική τετάνου τετάνων
αιτιατική τέτανο τετάνους
κλητική τέτανε τέτανοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τέτανος < μεσαιωνική ελληνική τέτανος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τέτανος αρσενικό

  1. (ιατρική): λοιμώδες νόσημα χωρίς εξάνθημα.

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία