Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διφθερίτιδα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διφθερίτιδα θηλυκό

  • (ιατρική): λοιμώδης νόσος χωρίς εξάνθημα


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία