Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ναύσταθμος οι ναύσταθμοι
      γενική του ναυστάθμου
& ναύσταθμου
των ναυστάθμων
& ναύσταθμων
    αιτιατική τον ναύσταθμο τους ναυστάθμους
& ναύσταθμους
     κλητική ναύσταθμε ναύσταθμοι
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ναύσταθμος <ναυς + σταθμός> • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ναύσταθμος αρσενικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία