Δείτε επίσης: ναῦς

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ναυς < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ναῦς < νάω (πλέω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ναυς θηλυκό Δείτε την κλίση του ναῦς

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

 ετυμολογικό πεδίο 
ναυ-, νη-, νηο-, νεω- 

θέμα ναυ-

θέμα ναυτ-

θέμα ναυσι-

θέμα νη-, νηο-

θέμα νεω-

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964). Μέγα λεξικόν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Αθήνα: Ελληνική Παιδεία.