Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ναυτιλλόμενος < αρχαία ελληνική ναυτιλλόμενος, μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ναυτίλλομαι < ναυτίλος < ναύτης < ναῦς

  ΜετοχήΕπεξεργασία

ναυτιλλόμενος

  • που ταξιδεύει με πλεούμενο (συνήθως ως μέλος πληρώματος αλλά και ως απλός ταξιδιώτης)
    ※  Αγγελίες για τους ναυτιλλόμενους (Hellenic Notices to Mariners). Eίναι οι πληροφορίες που παρέχονται με σκοπό να διατηρούν διαρκώς ενήμερους τους Ναυτικούς Χάρτες και τις Ναυτιλιακές Εκδόσεις. Οι Αγγελίες εκδίδονται από την Υδρογραφική Υπηρεσία και διατίθενται δωρεάν στο δικτυακό τόπο της (Αγγελίες προς Ναυτιλλόμενους, Πολεμικό Ναυτικό, Υδρογραφική Υπηρεσία, ανακτήθηκε 24.07.2020 [1])

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία