Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αεροναυτιλλόμενος οι αεροναυτιλλόμενοι
      γενική του αεροναυτιλλομένου
& αεροναυτιλλόμενου
των αεροναυτιλλομένων
& αεροναυτιλλόμενων
    αιτιατική τον αεροναυτιλλόμενο τους αεροναυτιλλομένους
& αεροναυτιλλόμενους
     κλητική αεροναυτιλλόμενε αεροναυτιλλόμενοι
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αεροναυτιλλόμενος < αερο- + ναυτιλλόμενος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αεροναυτιλλόμενος αρσενικό

  • που κινείται με κάποιο ιπτάμενο μέσο στον αέρα
    ※  Η Τουρκία εξέδωσε πριν από λίγες ημέρες NOTAM (αγγελία προς αεροναυτιλλομένους) με την οποία δεσμεύει ένα τμήμα του Βορείου Αιγαίου, μεταξύ Σκύρου, Λέσβου, Αγίου Ευστρατίου και Ψαρών, προκειμένου να πραγματοποιήσει στρατιωτικές ασκήσεις… (ΝΟΤΑΜ της Αθήνας για τουρκικές ασκήσεις, Καθημερινή, 04.11.2015)
    ※ Μόνιμο πεδίο βολής που ουσιαστικά «κόβει στη μέση το Αιγαίο» διεκδικεί η Τουρκία, εκδίδοντας την περασμένη Παρασκευή παράτυπη αγγελία προς αεροναυτιλλομένους (ΝΟΤΑΜ) και δεσμεύοντας μία τεράστια περιοχή από τα δυτικά της Σκύρου μέχρι και ανατολικά της Λήμνου εντός του FIR Αθηνών. (εφ. Το Βήμα, 1/3/2015)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία