Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ναυμαχία οι ναυμαχίες
      γενική της ναυμαχίας των ναυμαχιών
    αιτιατική τη ναυμαχία τις ναυμαχίες
     κλητική ναυμαχία ναυμαχίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ναυμαχία < αρχαία ελληνική ναυμαχία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ναυμαχία θηλυκό

  1. πολεμική σύγκρουση στη θάλασσα μεταξύ δύο στόλων
  2. επιτραπέζιο παιχνίδι για δύο άτομα στο οποίο ο κάθε παίκτης προσπαθεί να βρει που έχει βάλει ο αντίπαλος τα πλοία του

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ναυμαχία < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ναυμαχία θηλυκό

  1. ναυμαχία