Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-μαχία < -μαχώ + -ία

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-μαχία

  • δεύτερο συνθετικό λέξεων που σημαίνουν μάχη, αγώνας με κάποιο μέσο ή εναντίον κάποιου αντιπάλου ή σε κάποιο τόπο ή έχουν άλλη έννοια σχετική με τη μάχη
ναυμαχία
αερομαχία
αεροναυμαχία
αμαζονομαχία
αρματομαχία
αψιμαχία
γιγαντομαχία
εικονομαχία
θηριομαχία
κονταρο|μαχία
λογομαχία
μονομαχία
ναυμαχία
ξιφομαχία
οδομαχία
οπλομαχία
πεζομαχία
πυγμαχία
σκιαμαχία
ταυρομαχία
τειχομαχία
φυγομαχία
βλέπε επίσης τη λέξη συμμαχία