Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τειχομαχία οι τειχομαχίες
      γενική της τειχομαχίας των τειχομαχιών
    αιτιατική την τειχομαχία τις τειχομαχίες
     κλητική τειχομαχία τειχομαχίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τειχομαχία < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τειχομαχία θηλυκό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία