Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αερομαχία αερομαχίες
γενική αερομαχίας αερομαχιών
αιτιατική αερομαχία αερομαχίες
κλητική αερομαχία αερομαχίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αερομαχία < → λείπει η ετυμολογία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.ɛ.ɾɔ.ma.ˈç.a/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αερομαχία θηλυκό

  • η εμπλοκή σε μάχη δυο ή περισσότερων εχθρικών μαχητικών στον αέρα σε κοντινή απόσταση με ή χωρίς εξαπόλυση πυρών μεταξύ τους

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία