Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ναυμάχος οι ναυμάχοι
      γενική του ναυμάχου των ναυμάχων
    αιτιατική τον ναυμάχο τους ναυμάχους
     κλητική ναυμάχε ναυμάχοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ναυμάχος < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ναυμάχος αρσενικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία