Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πεζοναύτης < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πεζοναύτης αρσενικό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία