Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η απόβαση οι αποβάσεις
      γενική της απόβασης
& αποβάσεως
των αποβάσεων
    αιτιατική την απόβαση τις αποβάσεις
     κλητική απόβαση αποβάσεις
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απόβαση < αρχαία ελληνική ἀπόβασις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

απόβαση θηλυκό

  1. είδος στρατιωτικής επέμβασης ή επιχείρησης που διενεργείται στα παράλια και κατά την οποία αποβιβάζονται στρατιωτικές μονάδες στην ξηρά

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία