Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σταμάτημα τα σταματήματα
      γενική του σταματήματος των σταματημάτων
    αιτιατική το σταμάτημα τα σταματήματα
     κλητική σταμάτημα σταματήματα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σταμάτημα < σταματώ + -μα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σταμάτημα ουδέτερο

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σταματώ, διακοπή ή παύση


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία