Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

stop < (κληρονομημένο) μέση αγγλική stoppen / stoppien < αγγλοσαξονική stoppian (σταματώ, κλείνω) < πρωτογερμανική *stuppōną (σταματώ, κλείνω) < *stuppijaną < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)tewp- / *(s)tewb- (πιέζω, ωθώ, μπήγω) < *(s)tew- (χτυπώ, προσκρούω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

stop (en)

  1. στάση (διακοπή της κίνησης)
  2. στάση (για μέσα μεταφοράς προκειμένου να επιβιβαστούν επιβάτες)
  3. στοπ, μηχανισμός που μπλοκάρει την κίνηση

  ΡήμαΕπεξεργασία

stop (en)

ΑναγραμματισμοίΕπεξεργασία



Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  1. stop (pl) < stapiać
  2. stop (pl) < (άμεσο δάνειο) αγγλική stop

  ΠροφοράΕπεξεργασία

stop 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

stop (pl) αρσενικό

  1. (χημεία), (κοινά) το κράμα
  2. το στοπ

  ΕπιφώνημαΕπεξεργασία

stop (pl)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία