Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γενετή < αρχαία ελληνική γενετή (γέννηση, χρόνος γέννησης, τοκετός) < από θέμα του γίγνομαι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γενετή θηλυκό

  1. η γέννηση· απαντά μόνο στη φράση ἐκ γενετῆς (από γεννησιμιού του)
    τυφλός εκ γενετής


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία