Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἐξοχή θηλυκό

  1. πολυτονική γραφή του: εξοχή



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἐξοχή < ἐξέχω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἐξοχή θηλυκό

  1. εξοχή, προεξοχή
  2. (μεταφορικά) υπεροχή
  3. κρεατοελιά