Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική σχολεῖον σχολείω σχολεῖα
Γενική σχολείου σχολείοιν σχολείων
Δοτική σχολεί σχολείοιν σχολείοις
Αιτιατική σχολεῖον σχολείω σχολεῖα
Κλητική σχολεῖον σχολείω σχολεῖα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σχολεῖον < αρχαία ελληνική σχολή < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *seǵhe- / *sǵhē- (συγγενές με το αρχαία ελληνική ἔχω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σχολεῖον ουδέτερο

  1. (ελληνιστική κοινή) σχολείο, σχολή
  2. (ελληνιστική κοινή) (ίσως) (τελευταίος) τόπος ανάπαυσης, τόπος ταφής