Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική το δημόσιο
      γενική του δημοσίου
δημόσιου
    αιτιατική το δημόσιο
     κλητική δημόσιο
Συγκρίνετε με την κλίση του ουδέτερου
στο επίθετο δημόσιος.
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δημόσιο: ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου δημόσιος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δημόσιο ουδέτερο, μόνο στον ενικό

  • το κράτος, η πολιτεία
    από τη σύμβαση προέκυψε ζημία του δημοσίου ύψους πολλών εκατομμυρίων

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

δημόσιο

  1. (αρσενικό) δημόσιος, στην αιτιατική του ενικού
  2. ουδέτερο του δημόσιος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού