Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική καλότροπος καλότροπη καλότροπο
γενική καλότροπου καλότροπης καλότροπου
αιτιατική καλότροπο καλότροπη καλότροπο
κλητική καλότροπε καλότροπη καλότροπο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καλότροποι καλότροπες καλότροπα
γενική καλότροπων καλότροπων καλότροπων
αιτιατική καλότροπους καλότροπες καλότροπα
κλητική καλότροποι καλότροπες καλότροπα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καλότροπος < ελληνιστική κοινή καλότροπος ή μεσαιωνική ελληνική[1] καλό- + τρόπ(ος) + -ος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

καλότροπος, -η, -ο


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία