Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

basis (en)

  1. η βάση (ενός συλλογισμού ή μιας υπόθεσης)
  2. η βάση (η υποκείμενη κατάσταση)