Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επί τη βάσει < (καθαρεύουσα ἐπὶ τῇ βάσει) ἐπί, (τῇ) βάσει (δοτική ενικού του βάσις → δείτε τις λέξεις επί και βάση • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

επί τη βάσει

  • (λόγιο) με βάση κάτι, σύμφωνα με κάτι
    δεν μπορούμε να κρίνουμε επί τη βάσει των όσων γνωρίζουμε

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία