Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ενεδρεύω < αρχαία ελληνική: ἐνεδρεύω < ἐν + έδρα

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεδρεύω

  • παρακολουθώ αθέατος άνθρωπο ή ζώο περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να επιτεθώ, στήνω ενέδρα, παραμονεύω κάποιον για να του κάνω κακό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

ναι οκ