Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η πρόεδρος οι πρόεδροι
      γενική του/της προέδρου
& πρόεδρου
των προέδρων
    αιτιατική τον/την πρόεδρο τους/τις προέδρους
& πρόεδρους
     κλητική πρόεδρε πρόεδροι
Οι δεύτεροι τύποι, μόνον για το αρσενικό.
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πρόεδρος < (λόγιο) αρχαία ελληνική πρόεδρος < πρό (προ- + ἕδρα, (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική président
Η αρχική σημασία: «αυτός που κάθεται στην πρώτη θέση »

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πρόεδρος αρσενικό ή θηλυκό (θηλυκό: & προεδρίνα)

  1. εκλεγμένο ή διορισμένο άτομο που προΐσταται ενός οργανισμού, σωματείου, οργάνωσης, ομάδας κ.λπ.
  2. (ειδικότερα) ο ανώτατος άρχοντας ενός κράτους που δεν έχει μοναρχία
    ο πρόεδρος της Δημοκρατίας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία