Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καθέδρα οι καθέδρες
      γενική της καθέδρας των καθεδρών
    αιτιατική την καθέδρα τις καθέδρες
     κλητική καθέδρα καθέδρες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καθέδρα < αρχαία ελληνική καθέδρα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ka.ˈθɛ.ðɾa/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καθέδρα θηλυκό

  1. κάθισμα, έδρα καθηγητή
  2. (θρησκεία) επισκοπικός θρόνος στο μεσαίο κλίτος του ναού
    1. (συνεκδοχικά) η επισκοπική έδρα, η πόλη στην οποία εδρεύει

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική καθέδρα καθέδρα καθέδραι
Γενική καθέδρας καθέδραιν καθεδρῶν
Δοτική καθέδρ καθέδραιν καθέδραις
Αιτιατική καθέδραν καθέδρα καθέδρας
Κλητική καθέδρα καθέδρα καθέδραι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καθέδρα < κατά + ἕδρα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καθέδρα θηλυκόθέδρ)

  1. κάθισμα
    καθέδρα πρεσβυτέρων (Ψαλμοί, LXX Ps.1.1)
    κατέστρεψεν καὶ τὰς καθέδρας τῶν πωλούντων τὰς περιστεράς (Κατά Ματθαίον, κα')
  2. η στάση καθίσματος
    1. παραμένω αδρανής: στην έκφραση
      ἐν τῇ καθέδρᾳ εἶχεν: καθόταν άπρακτος (Θουκυδίδης, Th. 2.18.5.)
  3. ελληνιστική κοινή: έδρα καθηγητή, διδασκάλου
    ἐπὶ τῆς καθέδρας σοφιστής (Επιγραφή, Ελευσίνα, 3ος αιώνας. SIG845)
    Ἐπὶ τῆς μωϋσέως καθέδρας ἐκάθισαν οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι (Κατά Ματθαίον, κγ')
  4. ελληνιστική κοινή: θρόνος
    τὸν ἐπὶ τῇ καθέδρᾳ τοῦ Αὐτοκράτορος (Eπιγραφή, Σπάρτη, 2ος αιώνας, BSA27.234)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  • [καθέδρα] logeion.uchicago.edu (αγγλική πλοήγηση) Παράθεση λημμάτων λεξικών απ' όλον τον κόσμο για τα αρχαία ελληνικά. Πανεπιστήμιο του Σικάγο, ΗΠΑ. perseus.uchicago.edu
  • Th. 2.18.5. Θουκυδίδης. (Κείμενο, μετάφραση Άγγελου Βλάχου.) Μνημοσύνη: Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας. Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012. ανεύρεση:2018.08.20.