Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η πάρεδρος οι πάρεδροι
      γενική του/της
του
παρέδρου
πάρεδρου
των παρέδρων
    αιτιατική τον/την πάρεδρο τους/τις
τους
παρέδρους
πάρεδρους
     κλητική πάρεδρε πάρεδροι
Οι δεύτεροι τύποι, μόνον για το αρσενικό.
όπως «κάτοικος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πάρεδρος < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πάρεδρος αρσενικό ή θηλυκό

  1. αυτός που κάθεται δίπλα στη θέση κάποιου άλλου
  2. ο αναπληρωτής, ο έκτακτος δημόσιος υπάλληλος
  3. (νομικός όρος) ο δικαστικός βαθμός αμέσως κατώτερος του πρωτοδίκη στην κλίμακα του σώματος των διοικητικών δικαστηρίων
  4. (νομικός όρος) ο δικαστικός βαθμός αμέσως κατώτερος του συμβούλου στην κλίμακα του σώματος των ανώτατων δικαστηρίων

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία