Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αναπληρωτής οι αναπληρωτές
      γενική του αναπληρωτή των αναπληρωτών
    αιτιατική τον αναπληρωτή τους αναπληρωτές
     κλητική αναπληρωτή αναπληρωτές
Κατηγορία όπως «νικητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναπληρωτής < αναπληρώνω + -τής

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αναπληρωτής αρσενικό(θηλυκό αναπληρώτρια)

  1. αυτός που αναπληρώνει ένα διοικητικό στέλεχος σε περίπτωση απουσίας του
    ο αναπληρωτής διευθυντής
  2. εκπαιδευτικός που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου χρόνου (μερικών μηνών) προκειμένου να καλύψει λειτουργικά κενά σε σχολεία
  3. καθηγητής πανεπιστημίου, ανώτερος από τον επίκουρο και κατώτερος από τον καθηγητή πρώτης βαθμίδας

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία