Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

siedziba < siedzieć

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

siedziba (pl) θηλυκό

  1. η έδρα, η πόλη στην οποία στεγάζονται οι κεντρικές υπηρεσίες ενός οργανισμού, μιας εταιρείας, ενός ιδρύματος κλπ
  2. (ειδικότερα) το κτήριο που βρίσκονται οι κεντρικές υπηρεσίες