Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ῥᾴθυμος τὸ ῥᾴθυμον οἱ, αἱ ῥᾴθυμοι τὰ ῥᾴθυμα
Γενική τοῦ, τῆς ῥᾳθύμου τοῦ ῥᾳθύμου τῶν ῥᾳθύμων τῶν ῥᾳθύμων
Δοτική τῷ, τῇ ῥᾳθύμῳ τῷ ῥᾳθύμῳ τοῖς, ταῖς ῥᾳθύμοις τοῖς ῥᾳθύμοις
Αιτιατική τὸν, τὴν ῥᾴθυμον τὸ ῥᾴθυμον τοὺς, τὰς ῥᾳθύμους τὰ ῥᾴθυμα
Κλητική ῥᾴθυμε ῥᾴθυμον ῥᾴθυμοι ῥᾴθυμα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ῥᾳθύμω
Γενική-Δοτική ῥᾳθύμοιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ῥᾴθυμος < ῥάδιος + θυμός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ῥᾴθυμος, -ος, -ον (επίρρημα: ῥᾳθύμως)

η οκνηρία, η νωθρότητα, ο άκοπος βίος και κατά τον Αριστοτέλη «αι απονίαι και αμέλειαι»

  1. αμέριμνος
  2. εύθυμος
  3. ράθυμος
  4. οκνηρός