Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική βαρύθυμος βαρύθυμη βαρύθυμο
γενική βαρύθυμου βαρύθυμης βαρύθυμου
αιτιατική βαρύθυμο βαρύθυμη βαρύθυμο
κλητική βαρύθυμε βαρύθυμη βαρύθυμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βαρύθυμοι βαρύθυμες βαρύθυμα
γενική βαρύθυμων βαρύθυμων βαρύθυμων
αιτιατική βαρύθυμους βαρύθυμες βαρύθυμα
κλητική βαρύθυμοι βαρύθυμες βαρύθυμα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βαρύθυμος < αρχαία ελληνική βαρύθυμος < βαρύς + θυμός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /vaˈɾi.θi.mɔs/
συλλαβισμός: βα‐ρύ‐θυ‐μος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

βαρύθυμος, -η, -ο

  • που δεν βρίσκεται σε καλή ψυχολογική κατάσταση
    ※  Ήταν βαρύθυμος με μάτια τόσο κόκκινα και πρησμένα σαν να 'χε κλάψει ώρες. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία