Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική δυσαρεστημένος δυσαρεστημένη δυσαρεστημένο
γενική δυσαρεστημένου δυσαρεστημένης δυσαρεστημένου
αιτιατική δυσαρεστημένο δυσαρεστημένη δυσαρεστημένο
κλητική δυσαρεστημένε δυσαρεστημένη δυσαρεστημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δυσαρεστημένοι δυσαρεστημένες δυσαρεστημένα
γενική δυσαρεστημένων δυσαρεστημένων δυσαρεστημένων
αιτιατική δυσαρεστημένους δυσαρεστημένες δυσαρεστημένα
κλητική δυσαρεστημένοι δυσαρεστημένες δυσαρεστημένα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δυσαρεστημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος δυσαρεστώ

  ΜετοχήΕπεξεργασία

δυσαρεστημένος -η -ο

  • που νιώθει δυσαρέσκεια, που αισθάνεται ότι η κατάσταση όπως έχει δεν τον ικανοποιεί, είναι αντίθετη στα συμφέροντα και τις επιδιώξεις του

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία