Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

triste 

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

triste (fr)

  1. λυπημένος, θλιμμένος
    Il a l'air triste. : φαίνεται λυπημένος.
  2. λυπηρός, θλιβερός
    C'est un événement triste. : είναι θλιβερό γεγονός.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

attrister, tristement



Ισπανικά (es) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

triste (es)



Ιταλικά (it) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

triste (it)