Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική πρόθυμος πρόθυμη πρόθυμο
γενική πρόθυμου πρόθυμης πρόθυμου
αιτιατική πρόθυμο πρόθυμη πρόθυμο
κλητική πρόθυμε πρόθυμη πρόθυμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πρόθυμοι πρόθυμες πρόθυμα
γενική πρόθυμων πρόθυμων πρόθυμων
αιτιατική πρόθυμους πρόθυμες πρόθυμα
κλητική πρόθυμοι πρόθυμες πρόθυμα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πρόθυμος < αρχαία ελληνική πρόθυμος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πρόθυμος, -η, -ο

  1. που έχει θετική διάθεση να εργαστεί ή /και να βοηθήσει σε κάτι

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πρόθυμος < Πρότυπο:προ+θυμός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πρόθυμος

  1. πρόθυμος