Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

prompt (en)

  1. η υποβολή, η καθοδήγηση
  2. (πληροφορική), (για CLI) προτροπή

  ΡήμαΕπεξεργασία

prompt

  1. παρακινώ, παρακινούμαι, προτρέπω, εξωθώ
    • έχω την τάση να, είμαι έτοιμος να

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • prompt στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια