Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /siː ɛl aɪ/

  ΣυντομομορφήΕπεξεργασία

CLI (en) αρκτικόλεξο

  1. (πληροφορική) αρκτικόλεξο για command-line interface (διεπαφή γραμμής εντολής)
  2. (πληροφορική) αρκτικόλεξο για command-line interpreter (διερμηνευτής γραμμής εντολής)
    υπερώνυμα: REPL
    υπώνυμα: Windows console, Unix/Linux shell
  3. (πληροφορική) αρκτικόλεξο για Common Language Infrastructure (για .NET)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • CLI στην αγγλική Βικιπαίδεια