Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

console (en)

  1. η κονσόλα
  2. (πληροφορική) κονσόλα, το απλό τερματικό υπολογιστή που απεικονίζει κείμενο
    συντομογραφία: (Microsoft) con, CON

  ΡήμαΕπεξεργασία

  1. παρηγορώ



Γαλλικά (fr)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

console (fr)