Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αράθυμος η αράθυμη το αράθυμο
      γενική του αράθυμου της αράθυμης του αράθυμου
    αιτιατική τον αράθυμο την αράθυμη το αράθυμο
     κλητική αράθυμε αράθυμη αράθυμο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αράθυμοι οι αράθυμες τα αράθυμα
      γενική των αράθυμων των αράθυμων των αράθυμων
    αιτιατική τους αράθυμους τις αράθυμες τα αράθυμα
     κλητική αράθυμοι αράθυμες αράθυμα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  1. αράθυμος < μεσαιωνική ελληνική ἀράθυμος < ἀ- (προτακτικό) + ῥᾴθυμος < ῥᾶ + θυμός
  2. αράθυμος < μεσαιωνική ελληνική ἀράθυμος < ἀ- (στερητικό) + ῥᾴθυμος < ῥᾶ + θυμός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αράθυμος, -η, -ο

  1. (λαϊκότροπο) ράθυμος
  2. (λαϊκότροπο) οξύθυμος
  3. (λόγιο) που ενεργεί γρήγορα, που έχει διάθεση για ενέργεια ή δράση

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία