Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μακρόθυμος < αρχαία ελληνική μακρόθυμος (υπομονετικός) < μακρός + θυμός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μακρόθυμος, -η, -ο

  1. που δείχνει υπομονή και ανεκτικότητα απέναντι σε σφάλματα και ελαττώματα των άλλων

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία