Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική μορφωμένος μορφωμένη μορφωμένο
γενική μορφωμένου μορφωμένης μορφωμένου
αιτιατική μορφωμένο μορφωμένη μορφωμένο
κλητική μορφωμένε μορφωμένη μορφωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μορφωμένοι μορφωμένες μορφωμένα
γενική μορφωμένων μορφωμένων μορφωμένων
αιτιατική μορφωμένους μορφωμένες μορφωμένα
κλητική μορφωμένοι μορφωμένες μορφωμένα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μορφωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μορφώνω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /moɾ.foˈme.nos/

  ΜετοχήΕπεξεργασία

μορφωμένος, -η, -ο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία