↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αμόρφωτος η αμόρφωτη το αμόρφωτο
      γενική του αμόρφωτου της αμόρφωτης του αμόρφωτου
    αιτιατική τον αμόρφωτο την αμόρφωτη το αμόρφωτο
     κλητική αμόρφωτε αμόρφωτη αμόρφωτο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αμόρφωτοι οι αμόρφωτες τα αμόρφωτα
      γενική των αμόρφωτων των αμόρφωτων των αμόρφωτων
    αιτιατική τους αμόρφωτους τις αμόρφωτες τα αμόρφωτα
     κλητική αμόρφωτοι αμόρφωτες αμόρφωτα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
αμόρφωτος < α στερητικό και μορφώνω

  Επίθετο

επεξεργασία

αμόρφωτος,η,ο

  Μεταφράσεις

επεξεργασία