Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

instruction (fr)

  1. η οδηγία
  2. η ανάκριση
  3. η παιδεία, η εκπαίδευση, η μόρφωση, η διαφώτιση

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɪnˈstɹʌkʃən/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

instruction (en)

  1. οδηγία
  2. (πληροφορική) εντολή ή ομάδα εντολών στη γλώσσα μηχανής που εκτελεί κάποια απλή λειτουργία στη κεντρική μονάδα επεξεργασίας
    Δείτε επίσης: command, statement

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία