Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οδηγία < αρχαία ελληνική ὁδηγία < ὁδηγός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

οδηγία θηλυκό

  1. προφορικό ή γραπτό κείμενο που εξηγεί πώς να κάνει κανείς κάτι, π.χ. πώς χρησιμοποιείται μια συσκευή
    οδηγίες χρήσης
  2. επίσημη διαταγή σε γραπτή μορφή

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία