Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

aspect (en)

  1. οπτική, η άποψη (ο τρόπος με τον οποίο φαίνεται κάτι από μια ορισμένη θέση παρατήρησης), πτυχή πραγματικότητας-εξέτασης-επισκόπησης
  2. η όψη



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

aspect 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
aspect aspects

aspect (fr) αρσενικό

  1. η εμφάνιση
  2. η άποψη
  3. η θωριά



Ρουμανικά (ro) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

aspect (ro)

  1. εμφάνιση