Δείτε επίσης: πνεύμα
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ πνεῦμᾰ τὰ πνεύμᾰτ
      γενική τοῦ πνεύμᾰτος τῶν πνευμᾰ́των
      δοτική τῷ πνεύμᾰτ τοῖς πνεύμᾰσῐ(ν)
    αιτιατική τὸ πνεῦμᾰ τὰ πνεύμᾰτ
     κλητική ! πνεῦμᾰ πνεύμᾰτ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  πνεύμᾰτε
γεν-δοτ τοῖν  πνευμᾰ́τοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'κτῆμα' όπως «κτῆμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
πνεῦμα < *πνεϜ-μα < πνέω [1]

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

πνεῦμα ουδέτερο

  1. (άνεμος) φύσημα ανέμου, άνεμος
    ※  4ος αιώνας πκε Ψευδο-Ἀριστοτέλης, Περὶ κόσμου, 4 @scaife.perseus
    Τῶν γε μὴν βιαίων πνευμάτων καταιγὶς μέν ἐστι πνεῦμα ἄνωθεν τύπτον ἐξαίφνης, θύελλα δὲ πνεῦμα βίαιον καὶ ἄφνω προσαλλόμενον, λαῖλαψ δὲ καὶ στρόβιλος πνεῦμα εἰλούμενον κάτωθεν ἄνω, ἀναφύσημα δὲ γῆς πνεῦμα ἄνω φερόμενον κατὰ τὴν ἐκ βυθοῦ τινος ἢ ῥήγματος ἀνάδοσιν· ὅταν δὲ εἰλούμενον πολὺ φέρηται, πρηστὴρ χθόνιός ἐστιν.
  2. αναπνοή
  3. πνεύμα (όλες οι σύγχρονες έννοιες εκτός από τον αστεϊσμό)
  4. (ελληνιστική σημασία , γραμματική, διακριτικό σημάδι) το πνεύμα

Συγγενικά

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.