Δείτε επίσης: πνεύμα

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική πνεῦμα πνεύματε πνεύματα
Γενική πνεύματος πνευμάτοιν πνευμάτων
Δοτική πνεύματι πνευμάτοιν πνεύμασι
Αιτιατική πνεῦμα πνεύματε πνεύματα
Κλητική πνεῦμα πνεύματε πνεύματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πνεῦμα < πνέω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πνεῦμα ουδέτερο

  1. φύσημα ανέμου
  2. άνεμος
  3. αναπνοή
  4. πνεύμα (όλες οι σύγχρονες έννοιες εκτός από τον αστεϊσμό)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία