Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κλύσμα τα κλύσματα
      γενική του κλύσματος των κλυσμάτων
    αιτιατική το κλύσμα τα κλύσματα
     κλητική κλύσμα κλύσματα
όπως «κύμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κλύσμα < αρχαία ελληνική κλύσμα < κλύζω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈklizma/
συλλαβισμός: κλύ‐σμα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κλύσμα ουδέτερο

  1. πλύση εντέρων με υγρό που διοχετεύεται από τον πρωκτό
     συνώνυμα: υποκλυσμός, ένεμα
  2. συσκευή με την οποία πραγματοποιείται το κλύσμα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία