Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κατακλύζω < πρόθεση κατά και το αρχαίο ρήμα κλύζω και κλύσω (περιβρέχω, πλένω)

  ΡήμαΕπεξεργασία

κατακλύζω

  1. σκεπάζω με νερά, πλημμυρίζω
  2. (μεταφορικά) δίνω κάτι σε υπερβολικό βαθμό, γεμίζω με κάτι
    1. π.χ. "Τον κατέκλυσε στα κοπλιμέντα"
    Ένα κύμα ζεστής τρυφερότητας ήρθε και την κατέκλυσε. (Δημήτρης Χατζής, Ανυπεράσπιστοι)
  3. (ναυτ) πληρώ δεξαμενές ή διαμερίσματα πλοίου ανοίγοντας τους κρουνούς κατακλύσεως

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία